πολιτεύομαι


πολιτεύομαι
πολιτεύομαι 1. быть гражданином, вести себя как гражданин; 2. заниматься государственными делами, политикой; управлять

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "πολιτεύομαι" в других словарях:

  • πολιτεύομαι — πολιτεύομαι, πολιτεύτηκα και πολιτεύθηκα βλ. πίν. 20 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • πολιτεύομαι — ΝΜΑ βλ. πολιτεύω …   Dictionary of Greek

  • πολιτεύομαι — πολιτεύτηκα 1. μετέχω στην πολιτική ζωή του τόπου: Στις ερχόμενες εκλογές θα πολιτευτώ. 2. μτφ., συμπεριφέρομαι κατά κάποιον τρόπο: Στα θέματα της κληρονομιάς δεν πολιτεύτηκε τίμια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πολιτεύομαι — πολῑτεύομαι , πολιτεύω to be a citizen pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολιτεύω — ΝΜΑ [πολίτης] μέσ. πολιτεύομαι α) μετέχω ενεργά στην πολιτική ζωή ενός τόπου βάζοντας υποψηφιότητα για αιρετή αρχή, ιδίως, σήμερα, για το βουλευτικό αξίωμα («οὐδε γὰρ ὁ νόμος τοὺς ἰδιωτεύοντας, ἀλλὰ τοὺς πολιτευομένους ἐξετάζει», Αισχίν.) β)… …   Dictionary of Greek

  • πολίτευμα — το, ΝΜΑ [πολιτεύομαι] το πολιτειακό καθεστώς μιας χώρας το οποίο στηρίζεται στο Σύνταγμα (α. «δημοκρατικό πολίτευμα» β. «πολιτεύματα σωφρονικά», Δίον. Αλ.) νεοελλ. 1. ο τρόπος, η μορφή οργάνωσης τής πολιτικής εξουσίας σε μια πολιτεία, σε ένα… …   Dictionary of Greek

  • -ιστής — (ΑΜ ιστής) παρεκτεταμένος τ. τής κατάλ. τής, η οποία στα μεταρρηματικά παράγωγά της δηλώνει τον δράστη μιας ενέργειας (πρβλ. ποιώ > ποιη τής, πολιτεύομαι > πολιτευ τής) από το θ. σε –ισ τού αορ. πολλών ρ. (συνήθως σε ίζω), πρβλ. ῥαίω… …   Dictionary of Greek

  • απολίτευτος — η, ο (AM ἀπολίτευτος, ον) αυτός που δεν συμμετέχει στην πολιτική ζωή νεοελλ. 1. εκείνος που δεν κάνει πολιτική, ο ειλικρινής 2. ο απολίτιστος αρχ. μσν. ακοινώνητος, αταίριαστος με τους πολλούς αρχ. 1. (για έθνη) ο δίχως πολιτική οργάνωση 2.… …   Dictionary of Greek

  • δημοσιεύω — (AM δημοσιεύω) [δημόσιος] καθιστώ κάτι γνωστό στο κοινό νεοελλ. 1. ανακοινώνω, καθιστώ κάτι ευρύτερα γνωστό μέσω τού Τύπου («δημοσίευσε στις εφημερίδες το πολιτικό του πρόγραμμα», «δημοσιεύουν οι εφημερίδες το κείμενο τού νόμου») 2. καταχωρίζω σε …   Dictionary of Greek

  • ευπολίτευτος — εὐπολίτευτος, ον (ΑΜ) 1. αυτός τού οποίου η πολιτεία, η διαγωγή είναι καλή, ο ευάρετος, ο κόσμιος 2. (για τη ζωή) ενάρετη, κόσμια («βίον εὐπολίτευτον») μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐπολίτευτον η ενάρετη ζωή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πολιτεύομαι] …   Dictionary of Greek

  • ισοπολιτεία — η (ΑΜ ἰσοπολιτεία) η ισότητα τών πολιτών απέναντι στον νόμο, ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων, ισονομία αρχ. αμοιβαία παραχώρηση πολιτικών δικαιωμάτων στους πολίτες δύο πόλεων η οποία έχει κατοχυρωθεί με συνθήκη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰσ(ο) * + πολιτεία… …   Dictionary of Greek